αναιρούμαι


αναιρούμαι
αναιρούμαι, αναιρέθηκα βλ. πίν. 77

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀναιροῦμαι — ἀναιρέω take up pres ind mp 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀναιρέω take up pres ind mp 1st sg (attic epic doric) ἀναῑροῦμαι , ἀνιερόω dedicate pres ind mp 1st sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλληλοαναιρούμαι — ( έομαι) αναιρούμαι από κάποιον και συγχρόνως τόν αναιρώ (και για έννοιες: «τα επιχειρήματα σου αλληλοαναιρούνται»). [ΕΤΥΜΟΛ. < αλληλο * + αναιρώ ( ούμαι)] …   Dictionary of Greek

  • αναιρώ — ( έω) (Α ἀναιρῶ) 1. ανατρέπω επιχειρήματα ή κατηγορία, ανασκευάζω, αντικρούω 2. καταργώ, ακυρώνω, ανακαλώ 3. αθετώ, αρνούμαι 4. θανατώνω, φονεύω (ειδ. στα νεοελλ. «φονεύω απρομελέτητα σε βρασμό ψυχικής ορμής») αρχ. Ι. (ενεργ. και μέσ.) 1. σηκώνω… …   Dictionary of Greek

  • συνανατρέπω — ΜΑ μσν. (το παθ.) συνανατρέπομαι αναιρούμαι μαζί με κάτι άλλο αρχ. 1. ανατρέπω, αναποδογυρίζω κάτι ταυτόχρονα με κάτι άλλο 2. συγχέω, μπερδεύω …   Dictionary of Greek